Κοιμάσαι, ξυπνάς, ονειρεύεσαι, σχεδιάζεις, κανονίζεις, δουλεύεις, τρέχεις, αγχώνεσαι, γκρινιάζεις, γελάς, πονάς, χαίρεσαι, λυπάσαι. Και συνεχίζεις.
Και μια μέρα εν όψει των νέων σχεδίων σου-ή απλά επειδή καταλαβαίνεις ότι θα πρέπει να προσέχεις και να κάνει προληπτικούς ελέγχους-σε χτυπά η πρώτη έκπληξη (για να μη πω σφαλιάρα): “Κάτι έχετε, να το παρακολουθήσετε” λέει το πρώτο καμπανάκι. Δέκα μέρες μετά το βλέπει ένας γιατρός: “Να επαναλάβεις την εξέταση”. Μια βδομάδα αργότερα στη δεύτερη εξέταση λέει 6 λέξεις-4 περιγραφικές και μια πιθανή διάγνωση. “Λαπαρασκόπηση” διατάζει ο γιατρός και το καλό μας δημόσιο σύστημα υγείας (το οποίο πληρώνω πολλά χρόνια τώρα με φόρους και ΙΚΑ) μου λέει “Ελάτε σε 4 μήνες!”.
Δεν πανικοβάλλομαι, αποφασίζω να το ψάξω ενδελεχώς και βέβαια να μη περιμένω 4 μήνες (σωτήρια απόφαση όπως αποδείχτηκε). Μετά από πολλά τηλέφωνα, παίρνω ένα αεροπλάνο, πάω σε άλλη πόλη σε φημισμένο πανεπιστημιακό νοσοκομείο. Με συνοπτικές διαδικασίες μαθαίνω ότι έχω έναν όγκο και πρέπει να χειρουργηθώ σύντομα. Ένα πλεονέκτημα του να δουλεύει κανείς σε επιχειρησιακό περιβάλλον είναι ότι έχω μάθει να αντιμετωπίζω τα πράγματα γρήγορα και άμεσα. Τηλεφωνώ στον παλιό μου γιατρό, από την εποχή που ζούσα Θεσσαλονίκη. Μέσα σε 2 λεπτά μου λέει ότι πρέπει να χειρουργηθώ άμεσα, πολύ άμεσα.
Δέκατρεις μέρες μετά-κι ενώ έχουν προηγηθεί δύο πολύ δύσκολα επαγγελματικά ταξίδια-βρίσκομαι Θεσσαλονίκη στο ιατρείο του. “Θα σε δω το πρωί μου λέει, αλλά θα σε αφήσω τελευταία για να σε απολαύσουμε!” Στις 7 στην κλινική, στις 11:30 στο χειρουργείο, στις 15:30 στο κρεβάτι. “Τι έγινε;” ρωτάω, κι εκεί ακούω τα καλά και τα κακά νέα, αλλά η βιοψία θα μας πει..
Μια εφιαλτική εβδομάδα μετά παίρνουμε τα αποτελέσματα. Τα καλά νέα είναι ότι τα άλλα όργανα είναι καθαρά. Κατά τα άλλα τα αποτελέσματα συνάδουν με τα αρχικά (ευτυχώς στη λευκή πλευρά του γκρίζου που λέει κι ο γιατρός μου) και τώρα τα ιατρικά συμβούλια θα αποφασίσουν για το μέλλον μου..