3/2/1992, Θεσσαλονίκη.
ΑΠΘ, Δεύτερο Έτος, Εξεταστική Περίοδος (λίγο καταδικασμένη για άλλους όμως λόγους). Μεσημέρι. Ντύνομαι, βάζω το μαύρο μου ζιβάγκο (αγαπημένο ρούχο), βάζω ένα απαλό ρουζ χρώμα σε απόχρωση τερακότα (χειμωνιάτικα;) παίρνω το βιβλιάριο σπουδών και βουρ για το αμφιθέατρο. Το μάθημα ως επιλεγόμενο ήταν καταδικασμένο από πλευράς διαβάσματος (την άλλη μέρα έδινα ένα πολύ βασικό μάθημα), αλλά κυκλοφορούσε η φήμη ότι ο καθηγητής είχε ένα πρόβλημα υγείας και θα μας περνούσε όλους όσους γράφαμε κάτι έστω και άσχετο. Έτσι εμφανιστήκαμε πολύς λαός να δώσουμε το μάθημα. Δε βρήκα καμία καλή θέση, οπότε κάθισα στο τελευταίο έδρανο. Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι ένας από τους επιτηρητές-μμμ.. γοητευτικός με κόκκινο πουλόβερ και λίγα γκρίζα μαλλιά- αποφάσισε με ιδιαίτερο ζήλο να επιβλέψει την περιοχή γύρω μου. Λίγο πάνω, λίγο κάτω, λίγο πέρα δώθε, αλλά η βάση ακριβώς πίσω από την πλάτη μου. Ούτε να αντιγράψεις, ούτε να πεις μια κουβέντα με κανένα συμφοιτητή που θα βοηθήσει να γράψεις κάτι για την επιστημολογία της επιστήμης μου! Φύσηξα, ξεφύσηξα, αυτός όμως συνέχισε να στέκεται χαμογελαστός σχεδόν δίπλα μου! Το πήρα λοιπόν απόφαση ότι χάνω το χρόνο μου και καλύτερα να πάω σπίτι να διαβάσω για το μάθημα της επόμενης μέρας. Αντ’ αυτού όμως βρέθηκα δυό ώρες αργότερα στο γραφείο ενός κοινού φίλου (ο οποίος επέμενε ότι ο λόγος να πάω εκεί είναι τόσο σοβαρός που πρέπει να θυσιάσω αυτές τις ώρες από το διάβασμά μου) να τον ακούω να μου συστήνεται: “Γειά με λένε Θανάση”. Και ο κοινός φίλος άφαντος..
3/2/2011, Θεσσαλονίκη.
11:30. Στην πόρτα του χειρουργείου μου δίνει ένα τελευταίο φιλί και μου λέει πως με αγαπάει κι πως όλα θα πάνε καλά. “Ωραίος τύπος ο δικός σου και φαίνεται καλό παιδί” μου λέει ο χειρουργός μου για να σταματήσω να κλαίω πριν περάσω την τελευταία πόρτα για το χειρουργικό τραπέζι. “Είμαστε μαζί 19 χρόνια” του λέω. Με στέλνει μέσα και σε ελάχιστα λεπτά όλα έσβησαν.
15:30 Βγαίνω από το χειρουργείο χωρίς να ξέρω τι έχει συμβεί.. Βλέπω δυό γνωστά κεφάλια και μετά ο Θανάσης. “Σ’αγαπάω”, μου λέει. Πάμε στο κρεβάτι, έρχεται ο γιατρός και μου λέει διάφορα πράγματα που δεν πολυκαταλαβαίνω στη ζαλάδα μου. Κρατάω 2-3 λέξεις καθόλου ευχάριστες. “Μαζί θα τα περάσουμε”, μου λέει. Με έβαλε να υποσχεθώ ότι θα κάνω ότι μου πουν οι γιατροί προκειμένου να γίνω καλά. Κι αυτός υποσχέθηκε ότι θα είναι δίπλα μου, μαζί..
Σ’αγαπώ!
Χμμμ… Πολύ ενδιαφέροντα τα νέα σου, κάτι μου λέει ότι άρχισες να συνέρχεσαι και ό,τι όλα θα πάνε ακόμη καλύτερα από δω και στο εξής. Ο έρωτας σου των 19 ετών (είναι τόσα τα άτιμα ε;) περνάει πολλά περισσότερα από όσα δείχνει στους τρίτους και είμαι ΣΙΓΟΥΡΟΣ ότι ό,τι λέει το εννοεί.
Ευχόμαστε καλή δύναμη και είμαστε σίγουροι ότι θα σε δούμε σύντομα κοντά μας με το χαμόγελό σου να μας συντροφεύει και πάλι.
Καλή ανάρρωση!
Μεσημεριάτικα και πάνω από την κατσαρόλα με κάνατε να κλάψω πάλι… Σας αγαπώ και τους δυο… Να προσέχεις φιλενάδα αυτό το χρυσό παιδί… Περιμένω νέα.