Feeds:
Άρθρα
Σχόλια

Καθόμαστε στην όμορφη βοτσαλωτή πλατεία των Νικιών, πίνουμε μια κανελλάδα και απολαμβάνουμε το σούρουπο. Ο Παπάζογλου ανεβαίνει το στενό με τις αφίσες ανά χείρας. Χαιρετά τον κόσμο στο καφενείο με αυτή τη θέρμη που φέρνει η οικειότητα και η αγάπη για έναν τόπο που τον διαλέγεις. Έρχεται δίπλα μας και τον χαιρετάμε.
“Θα έρθετε μεθαύριο στη συναυλία, ε;” μας ρωτάει.
“Δυστυχώς όχι” απαντάμε με θλίψη και με το μυαλό να φαντάζεται πως θα είναι να τον ακούσεις να τραγουδά σ’αυτό το μαγευτικό και συνάμα μυστηριώδες τοπίο της Νισύρου. Εμάς μας καλούσε η δουλειά πίσω. Και βέβαια λες πάντα “θα έρθουμε μια άλλη φορά”.
“Που θα πάτε ρε παιδιά, τώρα θα φύγετε;..” ήταν τα τελευταία του λόγια σε μας.

Σχεδόν ενάμιση χρόνο μετά, “έφυγε” αυτός. Από την αρρώστια που μας κυνηγάει όλους. Αυτή που μας θυμίζει ότι δεν κάνει διακρίσεις σε καλούς και κακούς, αγαπημένους ή μη, νέους ή γέρους. Αυτή που πρέπει να μας θυμίζει να απολαμβάνουμε τη ζωή σαν να είναι η τελευταία, γιατί δεν ξέρουμε σε ποιά στροφή μας περιμένει. Πόσο εύκολα ξεχνάμε..

Θα μας λείψεις Νίκο.. Η πανσέληνος του Αυγούστου δε θα είναι ποτέ πια ίδια.
Καλό Ταξίδι.

Χωρίς καφέ

Πίνοντας το δεύτερο τσάι για σήμερα, ήθελα απλά να καταθέσω κι εγώ ότι υπάρχει ζωή και χωρίς καφέ! Δεν είναι τόσο εύγεστη βέβαια, ούτε μυρίζει τόσο υπέροχα όσο ένας φρεσκοφτιαγμένος εσπρέσσο, αλλά γίνεται και χωρίς αυτά! Τώρα μπορώ πια να αρχίσω ομοιοπαθητική!

Χρόνια πολλά!

“Χρόνια πολλά” ακούω από το πρωί. Οι δικοί μου άνθρωποι, φίλοι αγαπημένοι. Και είναι η πρώτη φορά που αισθάνομαι έτσι. Είναι αλήθεια πολλά τα χρόνια; Τι χρόνια θα είναι; Όταν αντιμετωπίζεις για πρώτη φορά ένα σοβαρό θέμα υγείας, ξαφνικά ακούς τα πάντα με καχυποψία. Μια συνηθισμένη ευχή, από αυτές που δεν τις πολυσκεφτόμαστε-αν τις σκεφτόμαστε και καθόλου-αποκτά άλλο νόημα.

Δεν ξέρω αν τα χρόνια θα είναι πολλά ή λίγα. Θέλω να διώξω το φόβο και να είναι καλά! Όσα είναι.

Περιμένοντας..

..το ιατρικό συμβούλιο. Όλοι με τις εξετάσεις ανά χείρας. Άλλοι αναστενάζουν, άλλοι κλαίνε, άλλοι νευριάζουν από την αναμονή. Κοινός παράγοντας η αγωνία και ο φόβος.

Και ξαφνικά ένας κύριος βγάζει το βιβλίο του και αρχίζει να διαβάζει. “Τότε που κυνηγούσα τους ανέμους” του Μ. Λουντέμη.

Τον ζήλεψα. Κι ένα “ωχ” καταπιεσμένο βγήκε από μέσα μου.

Μια νέα εποχή

Κοιμάσαι, ξυπνάς, ονειρεύεσαι, σχεδιάζεις, κανονίζεις, δουλεύεις, τρέχεις, αγχώνεσαι, γκρινιάζεις, γελάς, πονάς, χαίρεσαι, λυπάσαι. Και συνεχίζεις.

Και μια μέρα εν όψει των νέων σχεδίων σου-ή απλά επειδή καταλαβαίνεις ότι θα πρέπει να προσέχεις και να κάνει προληπτικούς ελέγχους-σε χτυπά η πρώτη έκπληξη (για να μη πω σφαλιάρα): “Κάτι έχετε, να το παρακολουθήσετε” λέει το πρώτο καμπανάκι. Δέκα μέρες μετά το βλέπει ένας γιατρός: “Να επαναλάβεις την εξέταση”. Μια βδομάδα αργότερα στη δεύτερη εξέταση λέει 6 λέξεις-4 περιγραφικές και μια πιθανή διάγνωση. “Λαπαρασκόπηση” διατάζει ο γιατρός και το καλό μας δημόσιο σύστημα υγείας (το οποίο πληρώνω πολλά χρόνια τώρα με φόρους και ΙΚΑ) μου λέει “Ελάτε σε 4 μήνες!”.

Δεν πανικοβάλλομαι, αποφασίζω να το ψάξω ενδελεχώς και βέβαια να μη περιμένω 4 μήνες (σωτήρια απόφαση όπως αποδείχτηκε). Μετά από πολλά τηλέφωνα, παίρνω ένα αεροπλάνο, πάω σε άλλη πόλη σε φημισμένο πανεπιστημιακό νοσοκομείο. Με συνοπτικές διαδικασίες μαθαίνω ότι έχω έναν όγκο και πρέπει να χειρουργηθώ σύντομα. Ένα πλεονέκτημα του να δουλεύει κανείς σε επιχειρησιακό περιβάλλον είναι ότι έχω μάθει να αντιμετωπίζω τα πράγματα γρήγορα και άμεσα. Τηλεφωνώ στον παλιό μου γιατρό, από την εποχή που ζούσα Θεσσαλονίκη. Μέσα σε 2 λεπτά μου λέει ότι πρέπει να χειρουργηθώ άμεσα, πολύ άμεσα.

Δέκατρεις μέρες μετά-κι ενώ έχουν προηγηθεί δύο πολύ δύσκολα επαγγελματικά ταξίδια-βρίσκομαι Θεσσαλονίκη στο ιατρείο του. “Θα σε δω το πρωί μου λέει, αλλά θα σε αφήσω τελευταία για να σε απολαύσουμε!” Στις 7 στην κλινική, στις 11:30 στο χειρουργείο, στις 15:30 στο κρεβάτι. “Τι έγινε;” ρωτάω, κι εκεί ακούω τα καλά και τα κακά νέα, αλλά η βιοψία θα μας πει..

Μια εφιαλτική εβδομάδα μετά παίρνουμε τα αποτελέσματα. Τα καλά νέα είναι ότι τα άλλα όργανα είναι καθαρά. Κατά τα άλλα τα αποτελέσματα συνάδουν με τα αρχικά (ευτυχώς στη λευκή πλευρά του γκρίζου που λέει κι ο γιατρός μου) και τώρα τα ιατρικά συμβούλια θα αποφασίσουν για το μέλλον μου..

3/2/1992, Θεσσαλονίκη.
ΑΠΘ, Δεύτερο Έτος, Εξεταστική Περίοδος (λίγο καταδικασμένη για άλλους όμως λόγους). Μεσημέρι. Ντύνομαι, βάζω το μαύρο μου ζιβάγκο (αγαπημένο ρούχο), βάζω ένα απαλό ρουζ χρώμα σε απόχρωση τερακότα (χειμωνιάτικα;) παίρνω το βιβλιάριο σπουδών και βουρ για το αμφιθέατρο. Το μάθημα ως επιλεγόμενο ήταν καταδικασμένο από πλευράς διαβάσματος (την άλλη μέρα έδινα ένα πολύ βασικό μάθημα), αλλά κυκλοφορούσε η φήμη ότι ο καθηγητής είχε ένα πρόβλημα υγείας και θα μας περνούσε όλους όσους γράφαμε κάτι έστω και άσχετο. Έτσι εμφανιστήκαμε πολύς λαός να δώσουμε το μάθημα. Δε βρήκα καμία καλή θέση, οπότε κάθισα στο τελευταίο έδρανο. Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι ένας από τους επιτηρητές-μμμ.. γοητευτικός με κόκκινο πουλόβερ και λίγα γκρίζα μαλλιά- αποφάσισε με ιδιαίτερο ζήλο να επιβλέψει την περιοχή γύρω μου. Λίγο πάνω, λίγο κάτω, λίγο πέρα δώθε, αλλά η βάση ακριβώς πίσω από την πλάτη μου. Ούτε να αντιγράψεις, ούτε να πεις μια κουβέντα με κανένα συμφοιτητή που θα βοηθήσει να γράψεις κάτι για την επιστημολογία της επιστήμης μου! Φύσηξα, ξεφύσηξα, αυτός όμως συνέχισε να στέκεται χαμογελαστός σχεδόν δίπλα μου! Το πήρα λοιπόν απόφαση ότι χάνω το χρόνο μου και καλύτερα να πάω σπίτι να διαβάσω για το μάθημα της επόμενης μέρας. Αντ’ αυτού όμως βρέθηκα δυό ώρες αργότερα στο γραφείο ενός κοινού φίλου (ο οποίος επέμενε ότι ο λόγος να πάω εκεί είναι τόσο σοβαρός που πρέπει να θυσιάσω αυτές τις ώρες από το διάβασμά μου) να τον ακούω να μου συστήνεται: “Γειά με λένε Θανάση”. Και ο κοινός φίλος άφαντος..

3/2/2011, Θεσσαλονίκη.
11:30. Στην πόρτα του χειρουργείου μου δίνει ένα τελευταίο φιλί και μου λέει πως με αγαπάει κι πως όλα θα πάνε καλά. “Ωραίος τύπος ο δικός σου και φαίνεται καλό παιδί” μου λέει ο χειρουργός μου για να σταματήσω να κλαίω πριν περάσω την τελευταία πόρτα για το χειρουργικό τραπέζι. “Είμαστε μαζί 19 χρόνια” του λέω. Με στέλνει μέσα και σε ελάχιστα λεπτά όλα έσβησαν.

15:30 Βγαίνω από το χειρουργείο χωρίς να ξέρω τι έχει συμβεί.. Βλέπω δυό γνωστά κεφάλια και μετά ο Θανάσης. “Σ’αγαπάω”, μου λέει. Πάμε στο κρεβάτι, έρχεται ο γιατρός και μου λέει διάφορα πράγματα που δεν πολυκαταλαβαίνω στη ζαλάδα μου. Κρατάω 2-3 λέξεις καθόλου ευχάριστες. “Μαζί θα τα περάσουμε”, μου λέει. Με έβαλε να υποσχεθώ ότι θα κάνω ότι μου πουν οι γιατροί προκειμένου να γίνω καλά. Κι αυτός υποσχέθηκε ότι θα είναι δίπλα μου, μαζί..

Σ’αγαπώ!

Στο πνεύμα των ημερών όπου τα πάντα ακυρώνονται, ως μέρη του ντόμινο των απεργιών, κινητοποιήσεων, έλλειψης χρημάτων και κυρίως έλλειψης σεβασμού στα διακαιώματά μας (μήπως δεν έχω εγώ δικαιώματα και ξέχασαν να μου το πούνε;) έλαβα το παρακάτω email και είπα να το μοιραστώ:

Άκυρα τα Χριστούγεννα για φέτος στην Ελλάδα !!!
Η γέννηση ματαιώνεται.
Ο Ιωσήφ πρέπει να πληρώσει περαίωση.
Η Φάτνη να τακτοποιηθεί ως ημιυπαίθριος.
Η Παναγία δεν παίρνει επίδομα τοκετού.
Οι Άγγελοι δεν πετάνε λόγω απεργίας των ελεγκτών.
Οι 3 Μάγοι φοβούνται ότι θα απελαθούν ως λαθρομετανάστες..!!!

It’s been a very long time..

Χτες βράδυ ζώντας την οδύσσεια* της επιστροφής από τη δουλειά, σκεφτόμουν αν έχω πράγματα να πω, αν ναι σε ποιόν και γιατί τέλος πάντων “διατηρώ” ένα blog αν δεν έχω κάτι να μοιραστώ. Να’μαι πάλι εδώ λοιπόν σε μια προσπάθεια (δεν ξέρω ακόμη αν είναι ανάγκη, αλλά θέλω να του δώσω μια ευκαιρία ακόμη) να επανασυνδεθώ. Αυτά για την επιστροφή μου (ελπίζω). Για να δούμε τι θα ακολουθήσει..

* Η οδύσσεια ως συνήθως έχει με την αγωνία για το πως θα επιστρέψει κανείς στο σπίτι, όταν χρειάζεται να κοιτάξεις όλα τα δελτία να δεις τι απεργεί κάθε μέρα αλλά και όταν όλα λειτουργούν δεν ξέρεις ποιός θα έχει παρκάρει σε πάνω στις στροφές ή σε όποιο άλλο σημείο γίνεται ώστε να ακινητοποιηθεί το λεοφωρείο και να μπλοκάρει η κίνηση σε ακτίνα ενός χιλιομέτρου τουλάχιστον. Έτσι και χτες περπάτησα πάλι το μισό δρόμο ως το σπίτι, μιας και βαρέθηκα να περιμένω το γερανό να έρθει να απομακρύνει 2 αυτοκίνητα που πάρκαραν και στις πλευρές της στροφής (για να αποκλείσουν οποιαδήποτε ελπίδα να περάσει οτιδήποτε από κει!). Σήμερα το μενού έχει μια απεργία που για να καταλάβεις πως να κυκλοφορήσεις θέλεις να τα βάλεις σε excel και να δεις τι πιθανότητες υπάρχουν να πετύχεις κάποιο ΜΜΜ.

Ζητώ συγνώμη

Ζητώ συγνώμη για τη δική μου συμβολή για την κατάσταση που βρίσκεται η χώρα μας. Ζητώ συγνώμη γιατί 3 άνθρωποι (και ένα αγέννητο παιδί) πλήρωσαν την οργή των λίγων που θέλησαν με αυτό τον τρόπο-που είμαι σίγουρη ότι δεν εκφράζει τους χιλιάδες άλλους που συμμετείχαν στη διαμαρτυρία, αλλά ούτε και μας που δε συμμετείχαμε-να εκδικηθούν. Ποιόν όμως να εκδικηθούν; Τον Βγενόπουλο και τη Marfin; Τους εργαζόμενους που πήγαν στη δουλειά, γιατί έτσι επέλεξαν; Εμένα που πήγα στη δουλειά μου στο κέντρο γιατί είμαι ευτυχής που τη βρήκα μετά από 3 σχεδόν χρόνια ανεργίας και ημιαπασχόλησης (απλήρωτης ακόμη από το Υπουργείο Παιδείας ή όπως αλλιώς θέλουν να το ονομάζουν). Εμένα δε με θίγουν τα νέα μέτρα; Υπάρχει κάποιος στον οποίο τα μέτρα είναι ευχάριστα; Υπάρχει κάποιος που θέλει να χάσει κι άλλα από τα λίγα που παίρνει ή να μην μπορεί να αγοράσει κάτι γιατί οι τιμές είναι εξωφρενικές;

Κανείς μας δεν το θέλει-ή ας μιλήσω για μένα, μου είναι εξαιρετικά δυσάρεστο. Αλλά όπως λέει και το ρητό: It takes two to tango! Φταίω κι εγώ! Φταίω γιατί πήγα στην αισθητικό που δουλεύει μαύρα στο σπίτι και δεν κόβει αποδείξεις και δεν πληρώνει φόρους. Φταίει και το κράτος όμως που δεν τη ρωτάει “κυρά μου που τα βρήκες τα λέφτα και ζεις πολυτελώς;”. Φταίω εγώ που παζάρεψα μια αγορά σε καλύτερη τιμή με αντάλλαγμα την απόδειξη σε μισή τιμή από όσα πλήρωσα τελικά. Φταίει και το κράτος που δεν ελέγχει ποτέ ή μάλλον-επειδή το ποτέ είναι απόλυτο-σπανιότατα ένα μαγαζί για τα τιμολόγια, τι εμπόρευμα βάζει στο μαγαζί, τι πουλάει και τι έχει απόθεμα. Φταίω κι εγώ που τους ψήφισα τους μεν και τους δε, που δεν κατέβηκα σε μια μαζική πορεία να ζητήσω πίσω τα λεφτά που μας κλέψανε οι άρχοντες σε αυτή τη χώρα! Φταίω που δεν ξεσήκωσα όσους μπορώ να πάμε να απαιτήσουμε να δώσουν πίσω τη χώρα αυτά που της έκλεψαν. Φταίω που δεν απαίτησα να πάνε φυλακή. Φταίω εγώ που συνήθισα να ακούω για μίζες και να μην αντιδράω, από την εποχή των Pambers-ίσως και πιο πριν-μέχρι τους Ολυμπιακούς, τη Siemens, τα Ευρωπαϊκά πακέτα. Φταίω εγώ που δε ζήτησα τα λεφτά μου πίσω. Φταίω εγώ που επέλεξα να επιστρέψω σε αυτή τη χώρα με την ελπίδα ότι θα πάμε μπροστά.

Δεν αφαίρεσα εγώ αυτές τις 4 ζωές χτες. Δεν με αντιπροσωπεύουν επ’ ουδενί οι φωτιές, οι καταστροφές και πολύ περισσότερο η αφαίρεση των ζωών, στο όνομα μιας οποιασδήποτε αντίδρασης. Ζητώ όμως συγνώμη γιατί στο όνομα μιας διαμαρτυρίας, υπήρξαν θύματα και ήταν-ως συνήθως-οι αθώοι. Και διατηρώ το δικαίωμά μου τη δική μου διαμαρτυρία να την εκφράσω όπως εγώ νομίζω. Ότι κι αν επιλέξω-να πάω σε μια πορεία ή στο γραφείο να δουλέψω-είναι δικαίωμά μου. Και θέλω το βράδυ να είμαι ζωντανή να γυρίσω στο σπίτι. Και θέλω να μπορώ να ονειρεύομαι. Είναι δικαίωμά μου!

“Ποιός καλός άνεμος σε έφερε εδώ χειμωνιάτικα;” με ρώτησε με ένα χαμόγελο η γιαγιά στο παλιοκαιρισμένο παντοπωλείο στην παραλία του πάνω Κουφονησίου (λες και θα είχε και στο κάτω Κουφονήσι, αλλά λέμε τώρα). Ξαφνιάστηκα, χαμογέλασα και προσπάθησα να συλλάβω τη συνολική εικόνα. Ένα παντοπωλείο με όλη τη σημασία της λέξης. Πουλάει από άγκυρα μέχρι πιάτα και από κονσέρβες μέχρι σημαίες για τις εθνικές εορτές (πως γίνονται οι γιορτές εορτές όταν είναι εθνικές..). Και η γιαγιά με τον παππού μπροστά σε ένα μαγκάλι που έκαιγε κάρβουνα να χουχουλιάζουν για να ζεσταθούν. Προς στιγμήν πίστεψα ότι δεν το ζούσα αυτά αλλά ήταν εικόνα από μυθιστόρημα, αλλά ήμουν εκεί στεκόμουν μπροστά τους και μου μιλούσαν. Κι αυτός “ο καλός άνεμος” που με είχε φέρει στο Κουφονήσι φύσεξε μέσα μου κι έδιωξε τα σύννεφα και την ασχήμια της καθημερινότητάς μου κι έκανε χώρο να μπει στην καρδιά μου αυτό το νησί με τους υπέροχους ανθρώπους. Μετά πήγα στη Σοφία και πιάσαμε μια ψιλή κουβέντα που θα μπορούσε να συνεχίσει για πολλές ώρες και για μέρες ακόμη. Και μετά μου έμεινε η γλύκα από το κουφονησιώτικο καλαμάρι και με συνόδευσε πίσω στην Αθήνα (και στη πανάσχημη γειτονιά μου). Προσπάθησα να την κρατήσω αυτή τη γλύκα και το φως που φάνηκε μέσα μου με τον καλό άνεμο που φύσηξε στα μέσα του χειμώνα και με οδήγησε στο Κουφονήσι και να τα πάρω μαζί μου στο νέο ταξίδι στο Αιγαίο. Και όταν ο άνεμος με έβγαλε στην Ανάφη, με τους πιο γελαστούς ανθρώπους που έχω δει ποτέ σε ένα τόπο, είδα πάλι το φως κι ένιωσα πάλι τη γλύκα στην ψυχή μου. Και τότε ο κύριος Ιάκωβος (ή Γιακουμής για τους ντόπιους) με ρώτησε αν είχα πάει στο παντοπωλείο της νιότης του στο Κουφονήσι. Και ήρθε πάλι η γιαγιά μπροστά μου με το γλυκό της λόγο και μέλωσε το είναι μου.

Σε σας μεγάλους ήρωες των μικρών νησιών αυτής της πανέμορφης και πολύπαθης χώρας, ένα μεγάλο ευχαριστώ για τον καλό σας λόγο, τη χαρά, την ευγένεια και το μαγικό άγγιγμα που μαλακώνει την ψυχή μας. Από τα βάθη της ψυχής μου σας ευχαριστώ πολύ!

Παλαιότερα άρθρα »

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.