Καθόμαστε στην όμορφη βοτσαλωτή πλατεία των Νικιών, πίνουμε μια κανελλάδα και απολαμβάνουμε το σούρουπο. Ο Παπάζογλου ανεβαίνει το στενό με τις αφίσες ανά χείρας. Χαιρετά τον κόσμο στο καφενείο με αυτή τη θέρμη που φέρνει η οικειότητα και η αγάπη για έναν τόπο που τον διαλέγεις. Έρχεται δίπλα μας και τον χαιρετάμε.
“Θα έρθετε μεθαύριο στη συναυλία, ε;” μας ρωτάει.
“Δυστυχώς όχι” απαντάμε με θλίψη και με το μυαλό να φαντάζεται πως θα είναι να τον ακούσεις να τραγουδά σ’αυτό το μαγευτικό και συνάμα μυστηριώδες τοπίο της Νισύρου. Εμάς μας καλούσε η δουλειά πίσω. Και βέβαια λες πάντα “θα έρθουμε μια άλλη φορά”.
“Που θα πάτε ρε παιδιά, τώρα θα φύγετε;..” ήταν τα τελευταία του λόγια σε μας.
Σχεδόν ενάμιση χρόνο μετά, “έφυγε” αυτός. Από την αρρώστια που μας κυνηγάει όλους. Αυτή που μας θυμίζει ότι δεν κάνει διακρίσεις σε καλούς και κακούς, αγαπημένους ή μη, νέους ή γέρους. Αυτή που πρέπει να μας θυμίζει να απολαμβάνουμε τη ζωή σαν να είναι η τελευταία, γιατί δεν ξέρουμε σε ποιά στροφή μας περιμένει. Πόσο εύκολα ξεχνάμε..
Θα μας λείψεις Νίκο.. Η πανσέληνος του Αυγούστου δε θα είναι ποτέ πια ίδια.
Καλό Ταξίδι.